τοκάς

τοκάς
ο пряжка (на обуви)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "τοκάς" в других словарях:

  • τοκάς — of fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοκάς — (I) άδος, ή, και κατά τον Ησύχ. λακων. τ. πληθ. τοκάδερ Α (συν. για ζώο και σπάν. για πρόσ.) 1. αυτή που πρόκειται να γεννήσει, ετοιμόγεννη 2. αυτή που μόλις έχει γεννήσει («κύνες τοκάδες», Καλλ.) 3. γόνιμη, καρπερή 4. μητέρα («τοκάδα τὰν...… …   Dictionary of Greek

  • τόκας — και τόκλας, ο, Ν στρογγυλή πέτρα που χρησιμοποιείται ως στόχος στο παιχνίδι αμάδες, αλλ. μπουλούκος, πλούκος, μπίτσος, μούτσος ή φίτσος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. toccare «πιάνω, αγγίζω»] …   Dictionary of Greek

  • τοκάς — ο βλ. τόκα, η …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τοκάδα — τοκάς of fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοκάδας — τοκάς of fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοκάδες — τοκάς of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοκάδος — τοκάς of fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοκάδων — τοκάς of fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Marios Tokas — (Μάριος Τόκας) Bust of Marios Tokas, in Nicosia Cyprus Background information Born June 8, 1954( …   Wikipedia

  • τοκάδα — η, Ν ο τοκάς (II). [ΕΤΥΜΟΛ. < πληθ. τοκάδ ες τού τοκάς (ΙΙ)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»